Αισχύλος

Αισχύλος
I
(Ελευσίνα 525 – Γέλα Σικελίας 456 π.Χ.). Τραγικός ποιητής. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν πολλές ασφαλείς πληροφορίες. Οι σύγχρονοι του Α. και του Πινδάρου ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο για τα έργα παρά για τους συγγραφείς. Και αργότερα, όμως, οι βιογράφοι της πλατωνικής και της αριστοτελικής σχολής αναφέρονται σε μια παράδοση, που σήμερα δεν μπορούμε να τη θεωρήσουμε ασφαλή. Δύο μαρτυρίες υπάρχουν για τη ζωή του: ο Μεδικαίος Λαυρεντιανός Κώδικας, ο σπουδαιότερος από τους κώδικες του Α., που περιέχει και τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του, και το σύντομο σημείωμα στο λεξικό Σούδα (10ος αι. μ.Χ.), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι ο Α. έγραψε 90 έργα.
Ο Α. είχε πατέρα ευπατρίδη, τον Ευφορίωνα, και δύο αδελφούς, τον Αμεινία και τον Κυναίγειρο. Τα δύο παιδιά του, Ευαίων και Ευφορίων, ήταν επίσης τραγικοί ποιητές, ο δεύτερος μάλιστα φαίνεται να νίκησε το 431 και τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. Τραγικός ποιητής ήταν επίσης και ο γιος της αδελφής του Φιλοκλής. Για τη μόρφωσή του δεν είναι τίποτα γνωστό με ακρίβεια, όμως τα έργα του μαρτυρούν βαθιά γνώση των ομηρικών επών και του κύκλου των ποιητών του διδακτικού έπους, και όπως φαίνεται είχε δεχτεί την επίδραση των λυρικών και ιδιαίτερα του Σόλωνα. Ο Α. δεν φαίνεται να μυήθηκε ποτέ στα μυστήρια της γενέτειράς του. Ο Αριστοτέλης και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, οι οποίοι υπαινίσσονται μια δίκη που έγινε εναντίον του με την κατηγορία ότι είχε αποκαλύψει ορισμένες τελετουργίες των Ελευσινίων, προσθέτουν ότι αθωώθηκε, γιατί απλούστατα δεν μπορούσε να κοινολογήσει κάτι που δεν του είχε αποκαλυφτεί. Πολλές φορές πολέμησε για να υπερασπίσει την πατρίδα του από τους Πέρσες. Η ανδρεία του στη μάχη του Μαραθώνα, όπου σκοτώθηκε ο αδελφός του Κυναίγειρος, αναφέρεται στο γνωστό επίγραμμα που φαίνεται να είχε συνθέσει ο ίδιος για τον τάφο του και που οπωσδήποτε είναι αντάξιο του ύφους του: «...αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι και βαθυχαιτήεις Μήδος επισταμένος». Στον διαγωνισμό σύνθεσης επιγράμματος για τους ήρωες που έπεσαν σε αυτή τη μάχη, τον νίκησε ο Σιμωνίδης.
Ως δραματικός ποιητής, ο Α. εμφανίζεται γύρω στα 500, όταν στην 70ή Ολυμπιάδα έλαβε μέρος σε δραματικούς αγώνες μαζί με τον Πρατίνα και τον Χοιρίλο. Την πρώτη του νίκη όμως, που θα την ακολουθήσουν άλλες δώδεκα όσο ζούσε αλλά και πολλές (24 κατά Σούδα) μετά τον θάνατό του, θα την κερδίσει το 484. Το 470, την εποχή της μεγάλης ακμής του (το 472 είχε θριαμβεύσει η τετραλογία, της οποίας μέρος αποτελούσαν οι Πέρσες) πήγε στη Σικελία, ύστερα από πρόσκληση του φιλόμουσου τύραννου των Συρακουσών Ιέρωνα, όπου επανέλαβε ίσως τους Πέρσες και παρουσίασε τις Αιτναίες, τραγωδία (δεν σώθηκε) που έγραψε προς τιμήν της πόλης Αίτνας την οποία είχε ιδρύσει τότε ο Ιέρων. Επέστρεψε ύστερα στην Αθήνα, όπου το 468 τον νίκησε ο νεαρός Σοφοκλής. Δέκα χρόνια αργότερα γνώρισε τον μεγαλύτερό του θρίαμβο με την Ορέστεια. Εγκατέλειψε και πάλι την Αθήνα για άγνωστους λόγους (ο Αριστοφάνης στους Βατράχους υπαινίσσεται ως αιτία τη δυσαρέσκειά του προς το αθηναϊκό κοινό) και ξαναγύρισε στη Σικελία, όπου και πέθανε στη Γέλα (σύμφωνα με μια παράδοση τον σκότωσε μια χελώνα, που έπεσε πάνω στο κεφάλι του από το στόμα ενός αετού). Ο τάφος του έγινε ευλαβικό προσκύνημα των υπηρετών της τραγικής μούσας, αλλά και οι Αθηναίοι τίμησαν τη μνήμη του, ψηφίζοντας «χορόν λαμβάνειν» όποιος ήθελε να διδάξει τις τραγωδίες του. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσες νίκες έργων του μετά τον θάνατό του.
Από τα έργα του Α. (73 γνωστά από τίτλους ή αποσπάσματα, 90 κατά Σούδα), που έχει εμπνευσθεί κατά ένα μέρος από θεϊκούς μύθους και κατά ένα άλλο από ηρωικούς θρύλους, έχουν σωθεί επτά ολόκληρες τραγωδίες και εκατοντάδες αποσπάσματα. Από την άποψη της δομής και επίσης από την απουσία αληθινών πνευματικών συγκρούσεων (ο Χορός είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής, ενώ δεν υπάρχει πρόλογος) ως παλαιότερο έργο του Α., αλλά και ολόκληρου του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, αναγνωρίζονται οι Ικέτιδες (πρώτο έργο μιας τριλογίας, μαζί με τους Αιγυπτίους και τις Δαναΐδες), όσο κι αν η χρονολόγησή τους (γύρω στα 490) φαίνεται να ανατρέπεται από νεότερα στοιχεία.Οι πενήντα κόρες του Δαναού, για να αποφύγουν τον γάμο με τους εξαδέρφους τους, τους γιους του Αιγύπτου, φεύγουν με τον πατέρα τους, ζητούν άσυλο στον Πελασγό βασιλιά του Άργους και εξασφαλίζουν την προστασία του, επικαλούμενες τους θεούς και τον οίκτο. Πρόλογος δεν υπάρχει ούτε και στους Πέρσες, που ακολουθούν με μεγάλη απόσταση (472) και αντιπροσωπεύουν την εμπειρία από την ήττα της Σαλαμίνας στην ψυχή του νικημένου λαού. Είναι η μοναδική τραγωδία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου με θέμα από την επικαιρότητα (μια άλλη τραγωδία με θέμα επικαιρικό, που δεν σώθηκε όμως, ήταν η Μιλήτου Άλωσις του Φρύνιχου).Το κλειδί για το ηθικό περιεχόμενο του γεγονότος βρίσκεται στη μεγάλη σκηνή, όπου ο πεθαμένος βασιλιάς Δαρείος, αφού έχει κληθεί από τον Κάτω Κόσμο, αποδίδει στο υπερφίαλο πνεύμα και στην υπέρβαση του μέτρου από τον Ξέρξη τη σκοτεινή δύναμη που έκανε να ξεσπάσει η θεία οργή και να προκαλέσει την καταστροφή. Έργο πατριωτικής έμπνευσης (με την ευρεία έννοια), ύμνος για τη νίκη της Σαλαμίνας, όπου πολέμησε και ο ίδιος, είναι συγχρόνως μια συγκινητική απεικόνιση των πόνων και των βασάνων των ηττημένων. Ο Ξέρξης και μαζί με αυτόν ο λαός του, τιμωρείται για μια ύβρη. Από το πατριωτικό θέμα, η τραγωδία υψώνεται έτσι σε ενατένιση μιας σκληρής αιώνιας ανθρώπινης περιπέτειας.
Αβέβαιη είναι η χρονολόγηση (μερικοί φτάνουν να αμφισβητούν και την απόδοση στον Α.) του Προμηθέως Δεσμώτη, που αποτελούσε μια τριλογία μαζί με τον Προμηθέα Λυόμενον και τον Προμηθέα Πυρφόρον (η σειρά των τριών δραμάτων αμφισβητείται) που έχουν χαθεί. Ο Προμηθέας, ο οποίος τιμωρήθηκε από τον Δία γιατί παρέδωσε τη φωτιά –για τη φύλαξη της οποίας ήταν υπεύθυνος– στους ανθρώπους, είναι αλυσοδεμένος σε έναν βράχο και καταριέται τον Δία, θεό παντοδύναμο και παράξενο, όπως αποδεικνύει η εμφάνιση στη σκηνή της νεαρής Ιούς, την οποία είχε μπλέξει στους έρωτές του και γι’ αυτό η Ήρα την είχε μεταμορφώσει σε δαμαλίδα. Επίμονος στο μίσος του και παρά τις μάταιες συμβουλές για μια φρόνιμη υποχώρηση, ο Προμηθέας αρνείται να αποκαλύψει ένα μυστικό από το οποίο εξαρτάται η τύχη του Δία και χάνεται μέσα σε έναν κατακλυσμό. Στη συνέχεια της τριλογίας ο Προμηθέας, εκπρόσωπος μιας αρχαίας θεογονικής τάξης, συμφιλιωνόταν με τη νέα τάξη χάρη στις επεμβάσεις του Ηρακλή και του Χείρωνα· η υπόθεση της Ιούς έβρισκε μια λύση και η φωτιά εγκωμιαζόταν από τους ανθρώπους ως φως του πολιτισμού. Στο δράμα που σώζεται φαίνεται να αντικατοπτρίζεται μια δυναμική στιγμή της ιερής ιστορίας, κατά την οποία ο Διας, αν και επιδιώκει την εγκαθίδρυση ενός κόσμου αρμονικής δικαιοσύνης, είναι ακόμα ένας άνθρωπος-τύραννος, με περιορισμούς και ατέλειες. Ωστόσο ο Προμηθέας καταδικάζεται ουσιαστικά από τον Α. λόγω της βλάσφημης συμπεριφοράς του. Η καταδίκη αυτή απέχει πολύ από τον ηρωικό τιτανισμό που θα χαρακτηρίσει αργότερα τον Προμηθέα του Γκέτε ή του Σέλεϊ. Οι Επτά επί Θήβαις (που στη θηβαϊκή τριλογία ακολουθούσαν τις τραγωδίες Λάιος και Οιδίπους, γνωστές μόνο από τους τίτλους) τοποθετούνται χρονικά στο 467, εμφανίζουν όμως παρεμβολές κατά το τέλος. Οι δύο καταραμένοι γιοι του Οιδίποδα, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, είναι αντίστοιχα ο υπερασπιστής και ο πολιορκητής των Θηβών. Πάνω στα τείχη της πόλης βρίσκονται αντιμέτωποι επτά Θηβαίοι και επτά Αργείοι, που περιγράφονται με αξιοθαύμαστο τρόπο· οι πολιορκητές έχουν αποκρουστεί και οι δύο αδελφοί σκοτώνονται ο ένας από το χέρι του άλλου σε μονομαχία. Το πρώτο μέρος της τραγωδίας παρουσιάζει την πάλη ανάμεσα στην ελευθερία και τη βία· στο δεύτερο μέρος διαγράφεται μια ηθική σύγκρουση: ο Ετεοκλής που παρασύρθηκε από το αδελφοκτόνο μίσος, επιφέρει με την ελεύθερη θέλησή του την επαλήθευση της πατρικής κατάρας.
Η Ορέστεια, που περιλαμβάνει τις τραγωδίες Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες, παρουσιάστηκε το 458. Είναι η μόνη ελληνική τριλογία η οποία σώζεται. Το πρώτο έργο αρχίζει με την αναγγελία της κατάληψης της Τροίας, που φτάνει στο Άργος με τις φρυκτωρίες, μια σειρά από φωτιές που ανάβονται διαδοχικά στις κορυφές των βουνών. Η αγαλλίαση του φύλακα για το χαρμόσυνο άγγελμα θα πνιγεί ωστόσο από την επίγνωση της ενοχής και του κινδύνου που ενεδρεύουν μέσα στο παλάτι. Έως τη στιγμή που θα συναντηθούν η Κλυταιμνήστρα και ο Αγαμέμνων –ένας αγγελιαφόρος θα αναγγείλει σε λίγο την αποβίβαση του βασιλιά– ο Α. συσσωρεύει με άφθαστη δεξιοτεχνία τα σκοτεινά σύννεφα και αφήνει την κραυγή της χαράς για τη νίκη και την επιστροφή να πνίγεται μέσα σε ένα εναγώνιο προαίσθημα. Η ένταση κορυφώνεται έως τη στιγμή πουθα μπει στη σκηνή και θα συναντηθεί με την Κλυταιμνήστρα ο Αγαμέμνων ο οποίος ακολουθείται από την Κασσάνδρα, την κόρη του Πριάμου, που τη φέρνει ως παλλακίδα του. Μετά την αποχώρηση του βασιλικού ζευγαριού η Κασσάνδρα, που ο Απόλλων της είχε δώσει για κατάρα τη δύναμη της προφητείας, αναφέρει τη φοβερή προϊστορία του οίκου των Ατρειδών και προφητεύει φοβερές συμφορές. Μπαίνει ύστερα στο παλάτι όπου η Κλυταιμνήστρα θα τη σκοτώσει μαζί με τον Αγαμέμνονα, με τη βοήθεια του εραστή της Αίγισθου, με τον οποίον ετοιμάζεται να βασιλεύσει. Η πιο εντυπωσιακή σκηνή είναι εκείνη στην οποία προφητεύει η Κασσάνδρα, σε μια μεγαλόπρεπη εναλλαγή εκστατικά οραματικού τραγουδιού και συγκροτημένου προφητικού λόγου. Σε όλα όμως τα πρόσωπα και σε όλες τις καταστάσεις παρουσιάζεται το δίλημμα μεταξύ του καλού και του κακού, μεταξύ της ελευθερίας και του πεπρωμένου. Η ένταση που διακρίνει τον διάλογο και τα χορικά κάνει την τραγωδία αυτή ένα από τα συνολικά έργα του ανθρώπινου πνεύματος, μια από τις κορυφές της ανθρώπινης τέχνης. Στις Χοηφόρους ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα που έχει μεγαλώσει στην ξενιτιά, επιστρέφει στο Άργος με τον φίλο του Πυλάδη (ενσάρκωση της θέλησης του Απόλλωνα) για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Φτάνοντας συναντιέται με τις χοηφόρους, τις γυναίκες που μαζί με την Ηλέκτρα έχει στείλει η Κλυταιμνήστρα στον τάφο του Αγαμέμνονα με εξιλαστικές προσφορές για να απομακρύνουν τα οικτρά προμηνύματα ενός ονείρου που είδε. Η Ηλέκτρα όμως τις προσφέρει παρακαλώντας να ξαναγυρίσει ο Ορέστης και να πάρει εκδίκηση. Τα δύο αδέλφια αναγνωρίζονται, σε μια σκηνή που συγκινεί με τη θέρμη των τόνων της, ο Ορέστης αναπτύσσει το σχέδιό του, αποφασίζουν μαζί με την Ηλέκτρα να το εφαρμόσουν, ενώνονται με τον χορό και επικαλούνται τη βοήθεια των νεκρών. Ο Ορέστης μπαίνει στο παλάτι με τέχνασμα (ως αγγελιαφόρος του δικού του θανάτου), σκοτώνει τον Αίγισθο και, έπειτα από μια στιχομυθία γεμάτη μίσος, τη μητέρα του. Στο τέλος του έργου, που ανήκει στις πιο καταθλιπτικές σκηνές του αισχύλειου θεάτρου, το λογικό του Ορέστη κλονίζεται. Τα πνεύματα που ζητούν να εκδικηθούν τον θάνατο της μητέρας του, οι Ερινύες (σύμβολο της οργής των σκοτωμένων συγγενών, το οποίο ταυτίζεται με τις τύψεις συνείδησης του φονιά), ξεπροβάλλουν από τη γη μπροστά στα μάτια του. Με τη φρίκη της νύχτας στο λογικό του ορμά έξω από τη σκηνή για να ζητήσει τη λύτρωση στους Δελφούς. Από το σημείο αυτό αρχίζουν οι Ευμενίδες. Στη θεϊκή ειρήνη ενός δελφικού πρωινού ο Ορέστης, τριγυρισμένος από τις κοιμισμένες Ερινύες, είχε καταφύγει στον ναό του Απόλλωνα, εμπνευστή της μητροκτονίας, ο οποίος του υπόσχεται συμπαράσταση, τον στέλνει, με την ασφαλή συνοδεία του Ερμή, στην Αθήνα να δικαστεί και ύστερα διώχνει τις Ερινύες από τον ναό του. Με την αλλαγή της σκηνής ο Ορέστης φαίνεται στην Ακρόπολη της Αθήνας, κάτω από την προστασία του αγάλματος της Αθηνάς, όπου τον ξαναβρίσκουν οι Ερινύες. Στην επόμενη σκηνή δικάζεται από τον Άρειο Πάγο για το έγκλημά του και αθωώνεται με την υπεράσπιση του Απόλλωνα και την αθωωτική ψήφο της Αθηνάς που έκρινε την ισοψηφία. Η θεά μεταμορφώνει ύστερα τις αγριεμένες Ερινύες σε καλόβουλες ευνοϊκές θεότητες, τις Ευμενίδες, που θα έχουν στην Αθήνα το ιερό τους, στο οποίο συνοδεύονται τώρα με γιορταστική πομπή.
Ο Α. έχει σαφή ιδέα της σχέσης μεταξύ ενοχής και τιμωρίας: ο θεός δεν τιμωρεί την ευτυχία των ανθρώπων από αυθαίρετη εχθρότητα, από φθόνο εναντίον της μεγάλης ευτυχίας· τιμωρεί την ύβρη, την υπέρβαση του καθορισμένου μέτρου, η οποία κλονίζει την τάξη του κόσμου. Η ύπαρξη του ανθρώπου βαρύνεται από μοιραίες δυνάμεις, ιδιαίτερα από την ενοχή, που κληρονομείται και εξαιτίας της οποίας το αίμα που χύθηκε ζητάει άλλο αίμα. Μένει όμως πάντα στη θέληση του ανθρώπου μια ελευθερία ενέργειας, που μπορεί να επισύρει τις επικείμενες δυνάμεις του πεπρωμένου. Στο θρησκευτικό πεδίο ο Α. παρουσιάζεται ως μονοθεϊστής. Ήδη από τις Ικέτιδες η σκέψη του φαινόταν να προσανατολίζεται προς μια μονοθεϊστική αντίληψη. Ο Δίας του, που ανεξάρτητα από το όνομα με το οποίο λατρεύεται («όποιος κι αν είναι, αν μ’ αυτό τ’ όνομα αρέσει να τον λένε, μ’ αυτό κι εγώ τον ονομάζω»), ενσαρκώνει τον υπέρτατο βαθμό της πίστης και της ελπίδας, είναι συνυφασμένος με τη Δίκη (τη δικαιοσύνη) και εμφανίζεται επίσης ως θεός-σωτήρας. Αφού βασάνισε τον άνθρωπο, επεμβαίνει για να τον σώσει εντάσσοντάς τον σε μια ηθική και νομική τάξη η οποία θεμελιώνεται στον οίκτο και τον σεβασμό του μέτρου. Εγκαταλείπεται έτσι η ηροδότεια αντίληψη για «φθόνο των θεών», τον οποίο επισύρει ο ευτυχισμένος και δυνατός μόνο και μόνο επειδή είναι ευτυχισμένος και δυνατός. Ο Α., όπως και ο Σόλων, πιστεύει περισσότερο στην τιμωρία που αποβλέπει να αποκαταστήσει την ισορροπία που ο άνθρωπος έχει διαταράξει, με μια πράξη θέλησης, την ύβρη. Η ανθρώπινη θέληση είναι ελεύθερη· η κληρονομιά της ενοχής δεν απαλλάσσει τον άνθρωπο από την ευθύνη. Από τη βαθιά ηθική και θρησκευτική συνείδηση αντλεί το έργο του Α. το σταθερό χαρακτηριστικό του: τη μέγιστη ένταση του τραγικού πάθους.
Η τριλογική σύλληψη επιτρέπει στον ποιητή να παρουσιάσει ένα μυθικό γεγονός στο σύνολό του, δείχνοντας το πέρασμα από τον πόνο στη γνώση, από το κακό στο καλό. Το επιστέγασμα άλλωστε της συμβολής του Α. στη διαμόρφωση του τραγικού δράματος ήταν ακριβώς το ενιαίο περιεχόμενο των τριών τραγωδιών που παριστάνονταν.
Το θέατρο του Α. εμψυχώνεται από ένα είδος κοσμικής προοπτικής· συνεχή, έντονη, πλούσια σε μεταφορές ποιητικότητα, συχνά σκοτεινή, με την εξαιρετική λεκτική πυκνότητα. Τον αποκάλεσαν δημιουργό της τραγωδίας· αυτός πρόσθεσε δεύτερο υποκριτή, μείωσε το μέρος του χορού δίνοντας την πρώτη θέση στον λόγο, και από το χορικό δράμα με τους εμβόλιμους λόγους έφτασε στο τριλογικό εκπληκτικό οικοδόμημα της Ορέστειας.
Από τους νεότερους θα μπορούσε να παραβληθεί με τον Α. ο Σαίξπηρ για τη δραματουργική του ένταση, ενώ ο Δάντης τού μοιάζει ίσως περισσότερο με τον σεμνά σθεναρό χαρακτήρα και τη θρησκευτική του πίστη, που του επιτρέπει να ανακαλύψει ένα νόημα στο πυρετώδες χάος των γεγονότων και των παθών.
Στα νεότερα χρόνια οι τραγωδίες του Α. έχουν ερμηνευθεί από διάφορους θιάσους, με νεωτεριστική αντίληψη των σκηνικών προβλημάτων τους, ενώ δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις εκείνων που θέλησαν να τις αναβιώσουν με τη μυσταγωγική αντίληψη της αναγκαιότητας να τονιστεί ιδιαίτερα ο ουσιαστικά τελετουργικός χαρακτήρας τους.
Σκηνή από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, με τον θίασο του Εθνικού Θεάτρου και σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, ο οποίος ερμήνευσε και τον βασικό ρόλο (φωτ. Δ. Χαρισιάδη).
Προτομή του Αισχύλου (Μουσείο του Καπιτωλίου, Ρώμη).
Σκηνή από παράσταση των «Περσών» του Αισχύλου με ιταλικό θίασο (φωτ. Bosio).
Η παραλία της Αμμοχώστου, μια από τις ωραιότερες της Κύπρου, όπως ήταν πριν από την τουρκική εισβολή του 1974.
Το Εθνικό Θέατρο εγκαινιάστηκε το 1972 με μια παράσταση του Αγαμέμνωνα του Αισχύλου, αποδεικνύοντας τη διαχρονική αναγνώριση του μεγάλου τραγικού ποιητή (φωτ. από έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα».)
II
Όνομα διαφόρων ιστορικών προσώπων.
1. Αθηναίος, απόγονος του Κόδρου, πατέρας του Αισιμίδη (αρχές 8ου αι. π.Χ.).
2. Μαθητής του Ιπποκράτη του Χίου,γεωμέτρης και αστρονόμος (4ος αι. π.Χ.).
3. Αξιωματικός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, διοικητής της Ρόδου (4ος αι. π.Χ.). Αρχηγός νηοπομπής που προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να μεταφέρει στη Μακεδονία την πρώτη αποστολή θησαυρών.
4. Ρήτορας από την Κνίδο (1ος αι. π.Χ.).
5. Πατέρας του Ολυμπιονίκη παλαιστή Συμμάχου.
6. Πατέρας του ανδριαντοποιού Αστερίωνα.
7. Αλεξανδρινός ποιητής, άγνωστης χρονολογίας.
III
Μηνιαίο φιλολογικό όργανο του ομώνυμου ελληνικού συλλόγου της Αλεξάνδρειας (Αίγυπτος). Εκδόθηκε το 1911 από τον Σ.Ι. Βαλλινάκη.

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Αἰσχύλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αισχύλος — ο κύρ. όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰσχύλω — Αἰσχύλος masc nom/voc/acc dual Αἰσχύλος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλε — Αἰσχύλος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλοι — Αἰσχύλος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλον — Αἰσχύλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλου — Αἰσχύλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰσχύλῳ — Αἰσχύλος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Eschyle — Buste d Eschyle, musées du Capitole Nom de naissance Αἰσχύλος (Aiskhúlos) …   Wikipédia en Français

  • Euphorion — Eschyle Eschyle Buste d Eschyle, musées du Capitole Nom de naissance Αἰσχύλος (Aiskhú …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”